Η ακοή απαιτεί περισσότερη προσπάθεια από όποιον φορά ακουστικό για πρώτη φορά.

Η ακοή απαιτεί περισσότερη προσπάθεια από όποιον φορά ακουστικό για πρώτη φορά.

Ng, E.H.N., Classon, E., Larsby, B., Arlinger, S., Lunner, T., Rudner, M., Ronnberg, J. (2014). Dynamic relation between working memory capacity and speech recognition in noise during the first six months of hearing aid use. Trends in Hearing 18, 1-10.
Αυτό το άρθρο συζητά τα κλινικά αποτελέσματα μιας αυτόνομης ερευνητικής μελέτης και δεν αντικατοπτρίζει τις γνώμες των συγγραφέων της.

Πολυάριθμες έρευνες έχουν καταδείξει το συσχετισμό ανάμεσα στην ενεργή μνήμη, τις γνωσιακές πηγές και την αντίληψη του λόγου και αποφαίνονται ότι τα άτομα που προσπαθούν να ακούσουν έχοντας περιορισμένη ενεργή μνήμη ή γνωσιακές πηγές, είναι πιθανότερο να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη διάκριση της ομιλίας σε θορυβώδες περιβάλλον. (Gatehouse et al., 2003, Lunner, 2003).

Αντίθετα, η μεγαλύτερη δυνατότητα ενεργούς μνήμης μπορεί να επιτρέπει πιο γρήγορο και επιτυχημένο ταίριασμα προσλαμβανόμενου λόγου και αποθηκευμένων σε αυτή λεξικών παραδειγμάτων. Αυτή η προσέγγιση περιγράφεται με το μοντέλο ELU (Ease of Language Understanding), που διατείνεται ότι οι απαιτήσεις της γνωσιακής διαδικασίας ποικίλλουν ανάλογα με την επιδείνωση του ομιλητικού σήματος προς τον εγκέφαλο, σε διαφορετικά ακουστικά περιβάλλοντα. (Ronnberg, 2003, Ronnberg et al., 2008). Σε ήσυχα και ευνοϊκά για την ακοή περιβάλλοντα, τα εισερχόμενα σήματα ομιλίας μπορούν ευκολότερα να ταιριαστούν με αποθηκευμένες στο μυαλό αναπαραστάσεις και η διαδικασία γίνεται αυτόματα. Σε δύσκολα ακουστικά περιβάλλοντα, απαιτείται πιο ακριβής διαδικασία για το ταίριασμα εισερχομένων μηνυμάτων με αποθηκευμένες αναπαραστάσεις. Η επιτυχία σε αυτό τον στόχο εξαρτάται από τη χωρητικότητα της ενεργούς μνήμης.

Χρησιμοποιώντας αυτή την προσέγγιση ως υπόβαθρο, η Νg και οι συνεργάτες της υποστηρίζουν ότι η ενεργής μνήμη και η γνωσιακή διαδικασία μπορεί να έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην αναγνώριση του λόγου, σε άτομα που είναι νέα στη χρήση ακουστικού βοηθήματος, από ότι σε έμπειρους χρήστες. Τα ακουστικά βοηθήματα βελτιώνουν την ακουστικότητα της ομιλίας και τα κατευθυντικά μικρόφωνα και οι καταστολείς θορύβου μπορεί να βοηθούν στην διατήρηση της διάκρισης ομιλίας σε δύσκολα περιβάλλοντα, γεγονός που θα έπρεπε να μειώνει την ανάγκη σύνθετης επεξεργασίας από την μνήμη. Ωστόσο, αν οι φωνολογικές αναπαραστάσεις που είναι αποθηκευμένες στην μνήμη έχουν φθαρεί με τα χρόνια λόγω της βαρηκοΐας, η ηχητική ενίσχυση της ομιλίας δεν θα ταιριάξει με τα αποθηκευμένα στη μνήμη παραδείγματα σε έναν άπειρο χρήστη. Ως εκ τούτου θα χρειαστεί λεπτομερέστερη διαδικασία στην ενεργή μνήμη για να αναγνωριστούν οι λέξεις. Με την πάροδο του χρόνου, όσο το άτομο εγκλιματίζεται στον ενισχυμένο ήχο, τα αποθηκευμένα πρότυπα μπορεί να προσαρμοστούν και να ταυτιστούν καλύτερα με τα αντίστοιχα ακουστικά ερεθίσματα, μειώνοντας έτσι τον φόρτο της ενεργούς μνήμης για σωστή αναγνώριση. Ακολουθώντας αυτή την αιτιολόγηση η Ng και οι συνεργάτες της διατείνονται ότι θα υπάρχει ένας σημαντικός συσχετισμός ανάμεσα στη γνωσιακή λειτουργία και την διάκριση της ομιλίας σε άτομα που πρώτη φορά χρησιμοποιούν ακουστικά βοηθήματα, ο συσχετισμός αυτός όμως φθίνει με το χρόνο, καθώς οι αποθηκευμένες ηχητικές αναπαραστάσεις γίνονται σταθερότερες με τη βοήθεια της ενίσχυσης του ήχου.

Για να εξεταστεί αυτή η υπόθεση, 27 άτομα-πρώτη φορά χρήστες ακουστικών βοηθημάτων- επιλέχθηκαν από μία σουηδική πανεπιστημιακή ακοολογική κλινική. Όλα υπέφεραν από ήπια προς ηπίως σοβαρή νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, χωρίς προηγούμενη εμπειρία στη χρήση ακουστικών βοηθημάτων. Στους εννιά έγινε μονόπλευρη εφαρμογή ακουστικού και στους δεκαοχτώ αμφίπλευρη. Τέσσερις φόρεσαν ενδωτιαίο ή ενδοκαναλικό ακουστικό και είκοσι-τρείς οπισθωτιαίο. Οι περισσότεροι τα χρησιμοποιούσαν συνεχώς και οι υπόλοιποι τμηματικά.

Περίπου τέσσερις μήνες πριν την εφαρμογή των βοηθημάτων, τα άτομα παρακολούθησαν μια πειραματική συνεδρία, στην οποία υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες γνωσιακές και διάκρισης ομιλίας σε θορυβώδες περιβάλλον. Διεξήχθησαν τέσσερα γνωσιακά τεστ: το Reading Span, ένα τεστ φυσικής ταύτισης, ένα τεστ λεκτικής απόφασης και ένα τεστ αναγνώρισης ομόηχων. Η σουηδική εκδοχή του τεστ Reading Span χρησιμοποιήθηκε για την αναγνώριση της ενεργούς μνήμης ή της δυνατότητας των ατόμων να επεξεργαστούν και να απομνημονεύσουν λεκτικές πληροφορίες. Αφού άκουγαν μια λίστα φράσεων, τα άτομα καλούνταν να επαναλάβουν την πρώτη ή την τελευταία λέξη της κάθε φράσης. Το αποτέλεσμα περιλάμβανε το συνολικό αριθμό των λέξεων που ανακλήθηκαν σωστά. Το τεστ φυσικής ταύτισης που μετρούσε τη γενική ταχύτητα επεξεργασίας, απαιτούσε από του συμμετέχοντες να κρίνουν αν δύο εκδοχές του ίδιου γράμματος ήταν οπτικά όμοιες ή διαφορετικές σε φυσικό σχήμα (π.χ. Α-Α έναντι Α-α). Το αποτέλεσμα βασιζόταν στην ταχύτητα αντίδρασης όσον αφορά τις σωστές απαντήσεις. Το τεστ λεκτικής απόφασης απαιτούσε από τους συμμετέχοντες να κρίνουν αν μια σειρά τριών γραμμάτων που παρουσιαζόταν σε οθόνη, ήταν μια υπαρκτή σουηδική λέξη. Και εδώ τα αποτελέσματα μετρούσαν το χρόνο αντίδρασης, για τις σωστές απαντήσεις. Το τεστ αναγνώρισης ομόηχων απαιτούσε να κρίνουν αν δυο λέξεις ήταν ομόηχες ή όχι. Αυτή η δοκιμασία σκόπευε στην καταμέτρηση της ποιότητας των απομνημονευμένων φωνολογικών αναπαραστάσεων, σε ποσοστό επί τοις εκατό των σωστών.

Το τεστ διάκρισης ομιλίας διεξήχθη ξανά κατά το ραντεβού της εφαρμογής του ακουστικού βοηθήματος και ξανά ανά διαστήματα περίπου 3 μηνών (σε 3 και 6 μήνες). Οι ερευνητές επέλεξαν να εκτιμήσουν την διάκριση ομιλίας και τη σχέση της με τα γνωσιακά τεστ σε αυτά τα μεσοδιαστήματα, βασιζόμενοι σε προηγούμενες αναφορές που διατείνονταν ότι απαιτείται μια περίοδος εξοικείωσης 4-9 εβδομάδων για τη μείωση του γνωσιακού φόρτου εργασίας.

Τα αποτελέσματα του τεστ διάκρισης ομιλίας σε θόρυβο έδειξαν, όπως αναμενόταν, ότι η υποβοηθούμενη διάκριση ομιλίας ήταν σημαντικά καλύτερη από την μη υποβοηθούμενη. Η βελτίωση στη διάκριση με το χρόνο ήταν επίσης σημαντική, από τους 0 στους 6 μήνες. Η ηλικία και ο μέσος όρος ακοής ήταν σημαντικά συσχετισμένα με την διάκριση ομιλίας, στους 0, 3 και 6 μήνες. Στους 0 και 3 μήνες οι γνωσιακές μετρήσεις του Reading Span, της φυσικής ταύτισης και της λεκτικής απόφασης ήταν όλες συσχετισμένες με τη διάκριση ομιλίας. Στους 6 μήνες μόνο ο συσχετισμός μεταξύ λεκτικής απόφασης και Reading Span ήταν σημαντικός. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο συσχετισμός μεταξύ των γνωσιακών μετρήσεων και της διάκρισης ομιλίας μειώθηκε κατά τους 6 πρώτους μήνες χρήσης ακουστικού. Η ανάλυση της μείωσης αυτής έδειξε ότι το Reading Span και ο μέσος όρος ακοής προϊδέαζαν για το βαθμό αναγνώρισης του λόγου στην αρχή (0 μήνες) αλλά στους 6 μήνες μόνο ο μέσος όρος ακοής βοηθούσε σε μια τέτοια πρόβλεψη.

Το πρότυπο των αποτελεσμάτων σε αυτή τη μελέτη υποστηρίζει την πρόταση των συγγραφέων του άρθρου ότι, στους πρώτη-φορά-χρήστες ακουστικών βοηθημάτων, η ενεργής μνήμη και η γνωσιακή διαδικασία παίζουν αμέσως μετά την εφαρμογή ένα σημαντικότερο ρόλο στην αντίληψη της ομιλίας σε θορυβώδες περιβάλλον, σε σχέση με αυτόν που παίζουν στο μετέπειτα της προσαρμογής διάστημα. Η υπόθεση που έκαναν -ότι οι απομνημονευμένες αναπαραστάσεις αλλοιώνονται με την πολύχρονη βαρηκοΐα και για αυτό το λόγο γίνεται λανθασμένη ταύτιση με τους ήχους που ενισχύει το ακουστικό στην αρχή της εφαρμογής- υποστηρίζεται και από κλινικές παρατηρήσεις. Οι πρώτη-φορά-χρήστες ακουστικών βοηθημάτων τυπικά προσλαμβάνουν την ενισχυμένη ομιλία ως «τσίγκινη», «μεταλλική», ή κατά ένα τρόπο «τεχνητή». Στους περισσότερους νέους χρήστες, η εντύπωση αυτή μειώνεται σε λίγες εβδομάδες, ενώ άλλοι ίσως χρειάζονται περισσότερο χρόνο εγκλιματισμού. Με την πάροδο του χρόνου οι χρήστες αναφέρουν ότι η ομιλία ακούγεται πιο φυσική και τα στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ υποστηρίζουν τον ισχυρισμό ότι οι αποθηκευμένες λεκτικές αναπαραστάσεις, αφού αλλοιωθούν μέσω της παρατεταμένης βαρηκοΐας, μπορούν να αναπροσαρμοστούν εκ νέου, βασιζόμενες στην αποκατεστημένη ακουστότητα των γλωσσικών ήχων.

Το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης υποστηρίζει τη σημασία της γνωσιακής λειτουργίας για την αντίληψη της ομιλίας σε θόρυβο και υποστηρίζει ότι οι άπειροι χρήστες αντιμετωπίζουν αυξημένες γνωσιακές απαιτήσεις για την κατανόηση της ομιλίας σε σύγκριση με τους έμπειρους χρήστες. Κατά συνέπεια, άτομα με μειωμένη ενεργή μνήμη ή περιορισμένη γνώση μπορεί να χρειαστούν μεγαλύτερη περίοδο εγκλιματισμού με τα νέα τους ακουστικά βοηθήματα.

Οι ακοοπροσθετιστές συνηθίζουν να συμβουλεύουν τους ασθενείς να φορούν διαρκώς το ακουστικό τους βοήθημα, για το μεγαλύτερο μέρος της μέρας ή όλη τη μέρα. Οι συγγραφείς αυτού του άρθρου δεν εξέτασαν τα πρότυπα χρήσης των συμμετεχόντων στην έρευνα, σε σχέση με την υπόθεση που έκαναν, αλλά μελλοντικές έρευνες θα διερευνήσουν τα πιθανά αποτελέσματα της περιορισμένης χρήσης ακουστικών βοηθημάτων στη σχέση μεταξύ γνώσης και αναγνώρισης της ομιλίας σε θόρυβο. Αν η συνεχής χρήση έχει ως αποτέλεσμα μια πιο γρήγορα μειούμενη σχέση μεταξύ αυτών των μεταβλητών (που υποδεικνύει μια ταχύτερη μείωση γνωσιακού φόρτου που απαιτείται για την αναγνώριση της ομιλίας), θα δώσει έμφαση στη σημασία της συνεχούς χρήσης των ακουστικών βοηθημάτων από τους νέους χρήστες, ειδικά από αυτούς που έχουν περιορισμούς στην ενεργή μνήμη ή τη γνωσιακή λειτουργία .

Αναφορές

Baddeley, A. & Wilson, B. (1985). Phonological coding and short term memory in patients without speech. Journal of Memory and Language 24(1), 490-502.
Gatehouse, S., Naylor, G., & Elberling, C. (2003). Benefits from hearing aids in relation to the interaction between the user and the environment. International Journal of Audiology 42 (Suppl. 1), S77-S85.
Hagerman, B. & Kinnefors, C. (1995). Efficient adaptive methods for measuring speech reception threshold in quiet and in noise. Scandinavian Audiology 24 (1), 71-77.
Lunner, T. (2003). Cognitive function in relation to hearing aid use. International Journal of Audiology 42, (Suppl. 1), S49-S58.
Lunner, T., Rudner, M. & Ronnberg, J. (2009). Cognition and hearing aids. Scandinavian Journal of Psychology 50, 395-403.
McCoy, S.L., Tun, P.A. & Cox, L.C. (2005). Hearing loss and perceptual effort: downstream effects on older adults’ memory for speech. Quarterly Journal of Experimental Psychology A, 58, 22-33.
Ng, E.H.N., Classon, E., Larsby, B., Arlinger, S., Lunner, T., Rudner, M., Ronnberg, J. (2014). Dynamic relation between working memory capacity and speech recognition in noise during the first six months of hearing aid use. Trends in Hearing 18, 1-10.
Posner, M. & Mitchell, R. (1967). Chronometric analysis of classification. Psychological Review 74(5), 392-409.
Ronnberg, J., Arlinger, S., Lyxell, B. & Kinnefors, C. (1989). Visual evoked potentials: Relation to adult speechreading and cognitive function. Journal of Speech and Hearing Research 32(4), 725-735.
Ronnberg, J. (2003). Cognition in the hearing impaired and deaf as a bridge between signal and dialogue: a framework and a model. International Journal of Audiology 42 (Suppl. 1), S68-S76.
Ronnberg, J., Rudner, M. & Foo, C. (2008). Cognition counts: A working memory system for ease of language understanding (ELU). International Journal of Audiology 47 (Suppl. 2), S99-S105.
Rudner, M., Ronnberg, J. & Lunner, T. (2011). Working memory supports listening in noise for persons with hearing impairment. Journal of the American Academy of Audiology 22, 156-167.