Ωτοσκλήρυνση

otosklirisi-anavolektomi-akoustika-varikoiasΓια να μπορεί να ακούει ένας άνθρωπος κανονικά, το μέσο ους πρέπει να λειτουργεί φυσιολογικά. Πρώτα από όλα, ο τυμπανικός υμένας πρέπει να είναι άθικτος και ο αέρας να έχει την ίδια πίεση και από τις δύο πλευρές του. Δεύτερον, τα οστάρια (σφύρα, άκμονας και αναβολέας) που συνδέουν τον τυμπανικό υμένα με το έσω ους διαμέσου της ωοειδούς θυρίδας πρέπει να είναι συνδεδεμένα σωστά και να έχουν κινητικότητα. Ένα από τα πιο κοινά προβλήματα που επηρεάζουν την ακουστική άλυσσο είναι η ωτοσκλήρυνση. Πρόκειται για μια περίεργη κατάσταση, χωρίς γνωστή αιτιολογία που πλήττει πιο συχνά τις γυναίκες από τους άνδρες και έχει την τάση να εμφανίζεται συχνότερα μέσα σε μια οικογένεια και έτσι πολλά θήλεα άτομα σε πολλές γενεές μπορεί να την εμφανίζουν. Βέβαια, νέες περιπτώσεις ωτοσκλήρυνσης παρατηρούνται συχνά σε άτομα χωρίς οικογενειακό ιστορικό. Η κατάσταση αυτή προσβάλλει σχεδόν πάντα και τα δύο αφτιά σε παράλληλη πορεία, αν και κάποιοι ασθενείς αναπτύσσουν ωτοσκλήρυνση στο ένα αφτί και διατηρούν ακόμα φυσιολογική ακοή στο άλλο.

Αυτό που συμβαίνει στην ωτοσκλήρυνση είναι ότι το οστό που περιβάλλει την ωοειδή θυρίδα, μέσα στην οποία ακουμπά η βάση του αναβολέα, αρχίζει να μεγαλώνει και να παχαίνει. Η βάση του αναβολέα στηρίζεται στην ωοειδή θυρίδα με μια λεπτή, ισχυρή ελαστική μεμβράνη που ονομάζεται δακτυλιοειδής σύνδεσμος. Όταν είναι φυσιολογική, αυτή η διάταξη επιτρέπει στα ηχητικά κύματα που συλλέγονται από τον τυμπανικό υμένα να μεταφέρονται ικανοποιητικά και αποτελεσματικά στα υγρά του έσω ωτός. Καθώς η υπερβολική αύξηση του νέου οστού προχωρά και εμπλέκεται ο δακτυλιοειδής σύνδεσμος, η κινητικότητα του αναβολέα μειώνεται και η ακοή αμβλύνεται. Η κατάσταση προχωρά βραδέως μέχρι που ο αναβολέας τελικά καθηλώνεται εντελώς και πλέον η ακοή δε μπορεί να επιδεινωθεί περισσότερο – τουλάχιστον όσον αφορά το στοιχείο της αγωγιμότητας.  Συνήθως, προσβάλλεται το ένα αφτί και μετά με καθυστέρηση αρκετών ετών αρχίζει η προσβολή και του άλλου αφτιού και τότε είναι που οι περισσότεροι ασθενείς αρχίζουν να αντιλαμβάνονται το πρόβλημα. Η εγκυμοσύνη θεωρείται ότι επιταχύνει τη διεργασία της καθήλωσης του αναβολέα και έτσι η ακοή χειροτερεύει πιο γρήγορα κατά τους 9 αυτούς μήνες από ότι στον χρόνο εκτός εγκυμοσύνης. Αυτό θεωρείται ότι είναι το αποτέλεσμα των πολύ υψηλών επιπέδων ορμονών, αλλά δεν προκύπτουν ικανοποιητικές ενδείξεις από τις ακουολογικές εξετάσεις ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Επιπλέον, δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που να στηρίζουν την υπόθεση ότι τα σύγχρονα αντισυλληπτικά φάρμακα, που περιέχουν οιστρογόνα, ή η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην εξέλιξη της ωτοσκλήρυνσης.

Οι ασθενείς αισθάνονται ότι ακούνε καλύτερα όταν υπάρχουν θόρυβοι σε σχέση με την ακοή που έχουν σε ησυχία και αυτό συμβαίνει μάλλον διότι οι θόρυβοι κάνουν τον αναβολέα να κινηθεί και επειδή οι άνθρωποι μιλούν δυνατότερα όταν έχει φασαρία. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι αντιμετώπισης της ωτοσκλήρυνσης:

  • Καμία αντιμετώπιση: Αν η κατάσταση δεν είναι τόσο βαριά που να προκαλεί πρόβλημα στην καθημερινή ζωή ή να έχει προσβληθεί μόνο το ένα αφτί, πολλοί ασθενείς δεν αναζητούν βοήθεια.
  • Τοποθέτηση ενός ακουστικού βοηθήματος: Η ωτοσκλήρυνση είναι η κατάσταση που μπορεί να βοηθηθεί πολύ εύκολα από ένα συμβατικό βοήθημα, γιατί το μόνο που απαιτείται είναι να γίνουν οι εισερχόμενοι ήχοι τόσο δυνατότεροι όσο χρειάζεται για να υπερβούν το εμπόδιο που προκαλείται από την παραγωγή νέου οστού.
  • Χειρουργική αντιμετώπιση: Δεν είναι δυνατόν να απομακρυνθεί το νέο οστό που έχει δημιουργηθεί, αλλά μπορεί να παρακαμφθεί αφαιρώντας το τόξο του αναβολέα και ανοίγοντας μια μικρή οπή στη βάση του αναβολέα, έτσι ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί τεχνητό οστό (πρόθεση) στην οπή του αναβολέα και να συνδεθεί με τον άκμονα. Στην πραγματικότητα, η ακουστική άλυσσος υφίσταται ανασύσταση σε μικρογραφία και είναι απόλυτα κινητή και έτσι ο ήχος μπορεί και πάλι να κατευθυνθεί από τον τυμπανικό υμένα στο έσω ους δια της ωοειδούς θυρίδας. Δηλαδή, αντιγράφεται η φύση. Η επέμβαση αυτή ονομάζεται αναβολεκτομή. Πιο σωστά, ονομάζεται αναβολοτομή δεδομένου ότι ο αναβολέας δεν αφαιρείται, αλλά πραγματοποιείται μια οπή σε αυτόν.